Παρασκευή, 4 Ιουλίου 2008

Και προχωρούσες...


Το πρωί η Ρ. που μου καθαρίζει το σπίτι είναι πιο σιωπηλή από ποτέ. Τίποτα δεν πάει καλά, λέει. Έξω η ζέστη μ' αρπάζει απ' το λαιμό κι ο ταξιτζής ακούει δημοτικά στο ραδιόφωνο, σαν Πάσχα.

Στη σχολή έχει κόσμο, όλο γυναίκες. Πόσο αδύνατες είναι όλες. Αισθάνομαι άσχημα με τα χιλιοχρονίτικα ρούχα μου και τα τραβολογάω όπως όταν ήμουν μαθήτρια.

Στη γραμματεία περιμένω να τελειώσουν την ψιλοκουβέντα για ν' ασχοληθούν μαζί μου. Ο τύπος μπαίνει στο ίντερνετ και μου κατεβάζει την αναλυτική αλλά δεν μπορεί να τσεκάρει αν όλα έχουν πάει καλά με την εγγραφή μου, πρέπει να μπω μόνη μου στο ίντερνετ να δω. Δεν μπορεί να κάνει ένα κλικ παραπάνω.

Το κυλικείο της σχολής είναι κλειστό, αν πνιγείς δεν υπάρχει νερό παρά μόνο στις τουαλέτες, αν προλάβεις να φτάσεις ως εκεί. Τα μισά ασανσέρ δε λειτουργούν. Στο σπουδαστήριο κάνει κρύο και ησυχία. Μπορείς να βγάλεις μόνο δύο φωτοτυπίες κι όχι τέσσερις που θέλω εγώ. Πρέπει να κάνεις αίτηση δανεισμού για φωτοτυπία και να κατέβεις στο φωτοτυπείο.

Στο φωτοτυπείο σοκ. Όλοι οι εργαζόμενοι είναι μετανάστες. Όλοι άντρες, γύρω στα 35, σκουρόχρωμοι, δεν μοιάζουν Πακιστανοί αλλά ούτε κι Αφρικανοί. Είναι σαν καθωσπρέπει sweatshop, ντρέπομαι, πόσο πιο φτηνά από τους φοιτητές που δούλευαν παλιότερα εδώ τους πληρώνουν; Όρθιοι όλη μέρα μπροστά στα φωτοτυπικά, μιλούν χαμηλόφωνα μεταξύ τους σε μια άγνωστη γλώσσα, ίσα που σε κοιτάζουν.

Η άσφαλτος μου καίει τα πόδια μέσα απ' τα παπούτσια, άλλο ταξί. Δεν μπορεί να περιμένει να καπνίσει όταν είναι μόνος του, πρέπει να κατεβάσει το παράθυρο και να αφήσει τη ζέστη να μπει.

Στο γραφείο κάτι σφιγμένο, μια γενική δυστυχία. Το χαρτί που μου δίνουν γράφει ότι είμαι 36 χρονών, όχι ακόμα, τους λέω. Αμηχανία. Με πληρώνουν με 500ρικα. Τι να τα κάνω, πού να τα χαλάσω; Να πας στην τράπεζα να σου τ' αλλάξουν. Στην τράπεζα έχει ουρά.

Άλλο ταξί, Σύνταγμα - Ασκληπιού στο ραδιόφωνο μόνο διαφημίσεις. Πώς τις αντέχει; Στην καφετέρια η Γ. βαράει μύγες, δεν έχει δουλειά. Μου λέει για φίλους που η μανία τους να πουν αυτό που θέλουν είναι τυφλή, δεν λογαριάζει αν τους λες ότι δε θέλεις να ξέρεις. Για φίλους που δεν παίρνουν από λόγια. Για γκόμενες που πηδιούνται με το δικό σου γκόμενο αλλά σε συμπαθούν πολύ. Για άντρες που σε ξερνάνε σαν χαλασμένο φαγητό αλλά σε εκτιμούν βαθύτατα. Για παιδιά που χάθηκαν πριν μάθεις την ύπαρξή τους, με μια έκρηξη αίματος μέσα στη νύχτα. Ευτυχώς, λέμε κι οι δυο, αλλά η λέξη έχει στην άκρη μια σκιά. Γελάμε. Κάνει νύστα. Θα πας στο αντιρατσιστικό; Δεν ξέρω. Είναι τόσες φάτσες που δε θέλω να δω.

Φεύγω, περνάω απ' το μαγαζί της Σ. Είναι όμορφη πολύ και κομψή. Είναι κούκλα. Είναι καλύτερα τώρα, λέει. Καλύτερα από τι; ρωτάω. Μόλις χώρισε. Πάει σε ψυχολόγο. Α. Ιστορίες τρόμου. Αγοράζω σκουλαρίκια. Τσακωνόμαστε για τα λεφτά, δε θέλει να τα πάρει. Φεύγω, η Διδότου μοιάζει δροσερή αλλά δεν είναι. Στη Χαριλάου Τρικούπη οι μπάτσοι μπλοκάρουν με τις ασπίδες τους το πεζοδρόμιο, στέκονται μισοκοιμισμένοι και τσουρουφλίζονται κάτω απ' τον ήλιο.

Στο καφενείο κάτω απ' το σπίτι μια παρέα συζητάει για τα έπη, που είναι "η μήτρα της τραγωδίας". Χαμογελάω. Κάνω δυο βήματα κι ανοίγω την πόρτα μου.

4 σχόλια:

tsok είπε...

Κάτι μου λέει ότι είχες καιρό να ανέβεις φιλοσοφική...

winnie είπε...

Καλημέρα! Ναι, είχα καιρό ν' ανέβω...

Θράσος είπε...

Πολύ καιρό μάλλον...
Να σου πω...όταν ο χρόνος βάλει κάποιες αποστάσεις στις αναμνήσεις σου τότε όλα θα μοιάζουν ίσως λίγο πιο γλυκά.
Ίσως πάλι να θυμάσαι ακριβώς τα ίδια μικρά πράγματα που σε θυμώνουν και σε ενοχλούν. Εγώ το παθαίνω, ξεχνάω σημαντικά και κουβαλάω κάτι ενοχλητικά μικρά χρόνια.

χμμμ είπε...

Αυτο το καλοκαιρι εχει μια περιεργη μελαγχολια, ακριβως οπως το ποστ σου...